Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

45 ημέρες ΣΥΡΙΖΑ

Του Γιάννη Τσαμουργκέλη
Πηγή:www.capital.gr

Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ περιγράφεται ως το «Τέλος της Λιτότητας». Μια τέτοια εκδοχή απαιτεί αύξηση των δαπανών και μείωση των φόρων παράλληλα με επεκτατική νομισματική πολιτική (δηλαδή μείωση των επιτοκίων και αύξηση των χρηματοδοτήσεων των τραπεζών).

Ας δούμε τι μας επεφύλαξε η πραγματικότητα. 


Δημοσιονομική πολιτική

Η αύξηση των δαπανών είναι ασύντακτη και επισφαλής. Ξεκίνησε με την ανακοίνωση για την επαναλειτουργία των δύο εργοστασίων της προβληματικής Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης που σαφέστατα θα καταλήξει σε διηνεκή φορολογική επιβάρυνση που θα αφαιρέσει από το διαθέσιμο εθνικό εισόδημα. Συνεχίσθηκε με την επαναφορά της ΕΡΤ που και σε αυτή θα επιβαρύνει το διαθέσιμο εισόδημα των φορολογούμενων με αύξηση του σχετικού τέλους, ενώ αργότερα ανακοινώθηκε ότι οι επαναπροσλήψεις των απολυμένων δεν θα προσμετρούνται στο όριο των προσλήψεων στο δημόσιο. Μετά είχαμε την απόφαση για αυξήσεις στους εργαζομένους και τα συνδικάτα της ΔΕΗ που είναι σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα μετακυληθούν στις τιμές του ρεύματος. 

Οι αυξήσεις και τα μέτρα προστασίας υπέρ μιας κοινωνικής ομάδας σε βάρος του συνόλου δεν συνιστά επεκτατική πολιτική αλλά αναδιανεμητική. Δεν αφαιρεί από τους έχοντες για να δώσει στους μη έχοντες, αλλά από τους γνωστούς εισφέροντες, νομίμως και αδιαλείπτως, υπέρ συντεχνιών υψηλής πολιτικής επιρροής. 

Μένει το πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας των 200 εκ. ευρώ (που ωχριά έναντι των παροχών της ΔΕΗ καθώς στους 300.000 δικαιούχους αντιστοιχούν περί τα 700 ευρώ ετησίως έναντι των περίπου 2.100 ευρώ που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στους 19.000 εργαζόμενους της ΔΕΗ), και η επαναφορά της 13ης σύνταξης (στο μέτρο που θα υλοποιηθεί). Όμως και σε αυτήν την περίπτωση, είναι ο τρόπος χρηματοδότησης που θα αποκαλύψει εάν τελικά πρόκειται για επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, ή απλώς για υποκατάσταση διαθέσιμων εισοδημάτων μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Πολύ δε περισσότερο η χρηματοδότηση θα αποκαλύψει εάν τα προτεινόμενα μέτρα επιδρούν πολλαπλασιαστικά στην οικονομία, ή καταλήγουν σε αντίθετα αποτελέσματα εξαιτίας του παραγκωνισμού χρηματοδότησης άλλων παραγωγικότερων μέτρων.

Τέλος, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων παραμένει στο φάσμα της λήθης. Κανείς δεν μιλάει για αυτό.

Από την άλλη η μείωση της φορολογίας παραμένει ένα ερωτηματικό. Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ θα αντικατασταθεί από αντίστοιχο φόρο με άγνωστα χαρακτηριστικά και επιπτώσεις. Η ανακοίνωση για αύξηση του ΦΠΑ σε ορισμένα αγαθά ή ο περιορισμός των κατηγοριών επιβάρυνσης σε 2 (από 3 μέχρι σήμερα), προδικάζουν την τελική αύξηση της ήδη βεβαρημένης και ταξικής έμμεσης φορολόγησης.

Η έκτακτη ρύθμιση των 100 δόσεων συμπεριλαμβανομένων των οφελών άνω του ενός εκατομμυρίου, όσο και η δυνατότητα αποπληρωμής με την καταβολή του κεφαλαίου απαλλαγμένης από τις προσαυξήσεις επαναφέρει τη λογική της εξυπηρέτησης των κακοπληρωτών σε βάρος των συνεπών, αναστέλλει την ομαλή ροή πληρωμών ενώ σίγουρα - όταν και εάν υλοποιηθεί  -μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι τελικά, καταλήγει σε ένα έκτακτο ταμειακό μέτρο που διευκολύνει την κυβέρνηση στη χρηματοδότηση των σωρευόμενων υποχρεώσεων προς τρίτους (πληρωμή τόκων), ενώ δεν αναμένεται να συνεισφέρει στην αύξηση των λειτουργικών ή επενδυτικών δαπανών του δημοσίου προς την οικονομία ή την αποπληρωμή μέρους του χρέους.

Ιδιαίτερα με δεδομένο το κούρεμα των ρευστών διαθεσίμων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο οποίο προέβη η κυβέρνηση για να μπορέσει να αποπληρώσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις προς το ΔΝΤ,  καθώς δεν έχει αποδεχθεί τους όρους της συνεργασίας με τους πιστωτές, αρνούμενη μεταξύ άλλων και την αξιολόγηση. 

Δυστυχώς, σχεδόν τίποτε από όλα αυτά δεν επιβεβαιώνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια επεκτατική ή έστω μη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική. Αντίθετα πρόκειται για ρυθμίσεις που επιτείνουν την αβεβαιότητα για το μέλλον, καθώς πασιφανώς δεν εντάσσονται σε σχεδιασμό ενώ είναι αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Ρυθμίσεις που επιπλέον συνιστούν μονομερείς ενέργειες εκτός συμφωνίας με τους πιστωτές, γεγονός  που εγείρει αμφισβητήσεις για την ομαλή συνέχεια της συνεργασίας μαζί τους και την εύρυθμη χρηματοδότηση της χώρας για όσο καιρό βρίσκεται εκτός αγορών. Το χειρότερο δε είναι ότι οι αποσπασματικές κινήσεις της κυβέρνησης, επιδεινώνουν  την πιστοληπτική της αξιολόγηση και  δυσχεραίνουν δραστικά την προσπάθεια για έξοδο στις αγορές.

Νομισματική πολιτική

Στο νομισματικό τομέα, η αβεβαιότητα επέτεινε την εκροή καταθέσεων και την εξάρτηση από το ευρωσύστημα και τον ΕLA που καλύπτει πλέον του 70% των απαιτήσεων ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας. Σαφέστατα αυτή η δραματική κατάσταση στενότητας θα χειροτερεύσει στο μέτρο που επιτραπεί η χρηματοδότηση του Ελληνικού δημοσίου από τη όποια εναπομείνασα ρευστότητα στις τράπεζες μέσω Εντόκων Γραμματείων. Έτσι, παραμένει ως γεγονός ότι  η κυβέρνηση δεν λαμβάνει καμία μέριμνα για μείωση των επιτοκίων και του κόστους χρήματος. Επιπλέον, καθιστά ουσιαστικά αδύνατες τις χρηματοδοτήσεις των τραπεζών, ενώ παράλληλα αδιαφορεί για μέτρα που θα επέτρεπαν την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που ξεκινά να εφαρμόζεται από την ΕΚΤ στην υπόλοιπη Ευρώπη, επιφέροντας επιτέλους την πολυπόθητη ρευστότητα (για τους άλλους και πάντως όχι για εμάς). 

Εισοδηματική πολιτική - αγορά εργασίας

Στην εισοδηματική πολιτική ανακοινώθηκε η αύξηση του βασικού  ελάχιστου μισθού ανεξαιρέτως για νέους και παλιούς εργαζόμενους. Μια τέτοια εξισωτική κίνηση θίγει απευθείας τους νέους που καλούνται να ανταγωνισθούν τους εμπειρότερους για ίσες αποδοχές. Ωστόσο το πράγμα δεν μένει εδώ. Οι πολύ μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας βρίσκονται πλέον μπροστά στο φάσμα της πτώχευσης όσο και της καταφυγής στη μαύρη εργασία, της εισφοροδιαφυγής και φοροδιαφυγής, που σε οποιαδήποτε περίπτωση θα καταλήξει σε νέο κύμα ανάσχεσης εργασιών και  έξαρσης της ανεργίας. Ήδη, επιχειρηματίες προέβησαν σε προληπτικές απολύσεις και σε ατομικές συμβάσεις ώστε να ξεφύγουν από τις επερχόμενες ρυθμίσεις. Η αναστάτωση οδήγησε την κυβέρνηση σε αναδίπλωση και αναβολή εφαρμογής. Ωστόσο η αβεβαιότητα μιας κυβερνητικής παρέμβασης στην ελεύθερη λειτουργία των αγορών παραμένει. Την ίδια στιγμή αμφισβητήθηκε έντονα από κυβερνητικά στελέχη ο ευρωπαϊκός θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, ενώ εκπαραθυρώθηκε κάθε συζήτηση για μια ευέλικτη αγορά εργασίας σε ένα πλαίσιο ισχυρής κοινωνικής προστασίας, που έχει καταγράψει διεθνώς την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα με την μικρότερη ανεργία.  Βεβαίως, ούτε κουβέντα για την αναμόρφωση του νόμου για την προστασία (προνόμια), των συνδικαλιστών, ενώ ταυτόχρονα επανέρχεται στο τραπέζι το πλήρως αποτυχημένο καθεστώς των πολλαπλών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (εθνικών, κλαδικών, επιχειρηματικών).

Στο συνταξιοδοτικό η κυβέρνηση εγγυήθηκε τη μη μείωση των επικουριών και δεσμεύθηκε για την επαναφορά της 13ης σύνταξης. Την ίδια στιγμή στελέχη της παραδέχθηκαν δημοσίως τη στενότητα ρευστότητας που θέτει εν αμφιβόλω την καταβολή των συντάξεων τους επόμενους μήνες. Καμία συζήτηση για την αλλαγή του συστήματος ή μέτρα για την εξυγίανση του. Ωσάν να μην υφίσταται αυτή η χαίνουσα πληγή για τα δημόσια οικονομικά που παράγει αενάως τρύπα στην εκτέλεση των προϋπολογισμών.

Αποκρατικοποιήσεις

Στο μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων τα μηνύματα είναι διφορούμενα. Από τη μία έχουμε τις δηλώσεις των υπουργών του οικονομικού επιτελείου που αφήνουν περιθώριο συνέχειας σε ένα ορθολογικότερο και διαφανέστερο πλαίσιο. Από την άλλη βρίσκουμε τοποθετήσεις υπουργών αρμόδιων παραγωγικών υπουργείων που αρνούνται κάθε σχετική συζήτηση, επικαλούμενοι αποφάσεις του κόμματος - και μάλιστα εξαιρώντας το δικό τους υπουργείο από σχετικές πρωτοβουλίες. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το όλο σκηνικό φανερώνει καθυστερήσεις που αναμφιβόλως δεν βοηθούν στην εύρυθμη εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενώ οι δημιουργούν τη βεβαιότητα για επικείμενες νέες φορολογικές επιβαρύνσεις προς κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών. 

Συμπέρασμα

Η συνολική εικόνα από τα ως άνω πεπραγμένα δεν συνιστά παράθεση συγκροτημένης και διατεταγμένης ενιαίας πολιτικής. Πρόκειται για μια βεβιασμένη όσο και αποσπασματική επανάληψη της προεκλογικής ρητορικής που συγκρουόμενη με την πραγματικότητα, καταλήγει σε μη σώφρονα διαχείριση, που μάλλον επιβαρύνει παρά βελτιώνει τις προοπτικές υλοποίησης των υπεσχημένων και πάντως, σε καμία περίπτωση δεν καταλήγει σε επεκτατική δημοσιονομική ή νομισματική πολιτική.

Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι συγκροτείται από εν πολλοίς μονομερείς ενέργειες που ενώ συνεχίζουν την πολιτική της λιτότητας, κινούνται εκτός του πλαισίου συνεργασίας με τα ευρωπαϊκά όργανα και τους πιστωτές, μειώνοντας  την αξιοπιστία της ελληνικής εκπροσώπησης. 

Πολύ περισσότερο υπό το πρίσμα της ευρύτερης διαπραγματευτικής τακτικής που κυριαρχείται από μια θρασεία, διαχειριστική ερμηνεία της λογικής, με αμφισβητήσεις των εννοιών των λέξεων, τη συμφωνία επί των συμφωνηθέντων και άλλα παρόμοια, που πολλές φορές εκφεύγουν του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού. 

Η οικονομική πολιτική που καταλήγει σε φθίνουσα πραγματική οικονομία και δημόσια οικονομικά που αποσαρθρώνονται, είναι εντελώς λάθος. Η κυβερνητική τακτική έχει ήδη θυσιάσει πολλά από τα οικονομικά και πολιτικά αποθέματα της χώρας. Δυσχεραίνει αλόγιστα τη θέση της, και κυρίως αυξάνει το εθνικό κόστος μιας αποτυχίας. 

Το μόνο που διασφαλίζει είναι το marketing των διαπραγματευόμενων και ουδόλως τα συμφέροντα του υποκειμένου της διαπραγμάτευσης που είναι η ίδια η ελληνική  οικονομία. Παράλληλα επιδεινώνει τις συνθήκες διαβίωσης των ελλήνων ενισχύοντας την κοινωνική αποδοχή της επιστροφής στη δραχμή. Είναι αυτό που θέλει η κυβέρνηση;

Τι πρέπει να γίνει   

Ας είμαστε αντικειμενικοί έναντι των δεδομένων. Η  χώρα βρίσκεται μπροστά σε απαιτήσεις πληρωμής 30 δις από τοκοχρεολύσια και λήξεις ομολόγων, συν όσα προκύψουν ως άνοιγμα από την κακή εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2015. Το συγκεντρούμενο ποσό είναι αδύνατο να καλυφθεί από ίδιους πόρους ή δανεισμό από τις αγορές. Μόνη λύση είναι η αποκατάσταση των σχέσεων με την τρόικα και την ΕΕ έτσι ώστε να καταστεί δυνατή, άμεσα,  η ομαλή χρηματοδοτική πορεία της οικονομίας. Στη συνέχεια αυτής της ομαλοποίησης που θα διασφαλίσει τη εύρυθμη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, των αγορών και των επιχειρήσεων, σαφέστατα μπορεί και πρέπει να γίνει συζήτηση για την προσαρμογή των μέτρων που θα διευκολύνουν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια και κυρίως με τεχνοκρατική επάρκεια και σχεδιασμό για την οικονομία και το μέλλον της, έτσι όπως θα συμφωνηθεί σε ένα εθνικό σχέδιο ελάχιστων στοχεύσεων αμοιβαία αποδεκτό από όλες τις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις (κυβέρνηση, τράπεζες, εργοδοτικές οργανώσεις και συνδικάτα). Κατεύθυνση: η ενίσχυση της σταθερότητας και της ανάπτυξης, οι ίσες ευκαιρίες για όλους με κράτος αποτελεσματικό, δίκαιο και αλληλέγγυο στον πολίτη, με την Ελλάδα στον κεντρικό πυρήνα της ΕΕ. 

 * Το άρθρο αναφέρεται στα επιπτώσεις των 45 ημερών στην πραγματική οικονομία και όχι στα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης με του εταίρους, την τρόικα ή τους θεσμούς, την συνέχεια ή μη του μνημονίου, τις εκάστοτε προτάσεις Βαρουφάκη και άλλα συναφή.

* * Ο κ. Τσαμουργκέλης διδάσκει Διεθνή Οικονομικά στο Παν/μιο του Αιγαίου. Έχει διατελέσει διευθύνων στέλεχος εταιρειών στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Διδάκτωρ Παν/μιου της Οξφόρδης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου